©Photo – News (Φωτογραφικά νέα) blog1

ΣΕΛΙΔΑ ΠΟΥ ΕΝΗΜΕΡΩΝΕΙ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΗ. e-Mail:photonews@nikost.gr

ΤΟ ΖΩΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ


ΤΟ ΖΩΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Μια προσπάθεια προσέγγισης από τον Γιάννη Γαλάνη – (φωτογράφο
και δάσκαλο φωτογραφίας στο φωτογραφικό εργαστήρι του Δήμου Ηρακλείου Αττικής)
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το πιο εκπληκτικό είναι πως ο κόσμος
έχει, χωρίς αμφιβολία κάποιο νόημα.
Albert Einstein
Υπενθυμίζοντας την βασική αρχή, ότι, εκτός από να θέλω να κάνω κάτι,
πρέπει και να μπορώ να γνωρίζω, τονίζω πως εάν θέλουμε οι φωτογραφίες μας
να έχουν τονικό πλούτο και μέσα απ’ αυτόν να αγγίζουν την ποιότητα, χρειάζεται
μεθοδικότητα και πολύ καλή γνώση των ιδιοτήτων και της συμπεριφοράς, όλων τω
τεχνικών μέσων και των φωτοευαίσθητων υλικών.
Ένα βήμα πέρα από τις “βασικές οδηγίες” για σωστές φωτογραφίες, βρίσκεται
το ΖΩΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, που συνέλαβε με πληρότητα ο Αμερικανός φωτογράφος
ANSEL ADAMS – 1902 – 1984. Το όνομά του έχει συνδεθεί με την αναζήτηση της
υπέρτατης τεχνικής τελειότητας στη φωτογραφία. Μια μέθοδος με ένα σύνολο
αρχών, για τη λήψη, την εμφάνιση και την εκτύπωση των αρνητικών. Μια μέθοδος
που συμπληρώνει όσα γνωρίζουμε και μας οπλίζει με ευκολία, απλότητα και
κυρίως αποτελεσματικότητα.
Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
1. Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΦΩΤΟΜΕΤΡΩΝ
Όταν φωτογραφίζουμε σε εξωτερικούς, κυρίως, χώρους και ακολουθούμε
τυφλά τις ενδείξεις του φωτομέτρου μας, τότε οι φωτογραφίες μας είναι “περίπου
σωστά” εκφωτισμένες. Αυτό οφείλεται στο ότι το ενσωματομένο φωτόμετρο της
μηχανής μας, όπως και κάθε φωτόμετρο, “βλέπει” όλο το κάδρο της φωτογραφίας
και βγάζοντας ένα μέσο όρο από το φως που ανακλάται στα διάφορα αντικείμενα
μας δίνει μια ένδειξη σωστή ή περίπου σωστή. Αυτό γίνεται διότι:
Έχει υπολογιστεί, ότι ο μέσος όρος του ανακλώμενου, από τα διάφορα
αντικείμενα, φωτός είναι το 18% του προσπίπτοντος σε αυτά. Πάνω σ’ αυτή την
παραδοχή έχουν προσαρμοστεί όλα τα φωτόμετρα και στο βαθμό που ισχύει από
τα διάφορα αντικείμενα η ανάκλαση του 18%, δίνουν σωστές ενδείξεις γιατί
μετράνε τη σωστή ποσότητα φωτισμού.
Κάτω από τις ίδιες φωτιστικές συνθήκες, όλα τα φωτόμετρα δίνουν τις
ίδιες ενδείξεις.
Π.χ. όταν το φωτόμετρό μας (και ευτυχώς όλα τα φωτόμετρα στο κόσμο)
φωτομετρήσει ένα τοπίο, με δέντρα, χώμα, χορτάρι και λίγο ουρανό, θα κάνει
αυτόματα τον εξής “συλλογισμό”: Αυτό το φως που βλέπω να ανακλάται είναι το
18% του συνολικού, άρα το συνολικό (φως που πέφτει στη φύση, ανακλώμενο και
απορροφούμενο), το δηλ. ΥΠΑΡΧΟΝ πόσο είναι; Θα συμπαιράνει – και σωστά
στην περίπτωσή μας – ότι είναι το πενταπλάσιο και κάτι από το ανακλώμενο, που
αυτό μετράει.
Ακριβέστερα γίνεται ο συλλογισμός:
ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΩ (ΤΟ ΑΝΑΚΛΩΜΕΝΟ ΔΗΛΑΔΗ) ΕΙΝΑΙ ΤΟ 18% ΤΟΥ
ΥΠΑΡΧΟΝΤΟΣ. ΤΟ 100% ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ;
X=A (ανακλώμενο)χ100/18=Αχ5,55 γιατί 100/18=5,55
Αν δηλαδη το ανακλώμενο φωτόμετρο είναι π.χ.18%=18 LUX, το
απορροφούμενο θα είναι 82%=82 LUX
Δηλαδή 18 LUX χ 5,55= 100 LUX = ΣΩΣΤΟ
Προσθήκη – [( LUX είναι η Ευρωπαϊκή μονάδα μέτρησης της έντασης του
φωτός, ενώ η Αμερικάνική είναι το FOOT CANDLE )
Ένα LUX είναι το φως που πέφτει πάνω σε μια επιφάνεια ενώς τετραγωνικού
μέτρου, από ένα αναμένο κερί που βρίσκεται σ' απόσταση ενώς μέτρου από την
επιφάνεια αυτή και αντιστοιχεί σε 10 foot candles (ft-c)]
Αρα:
1/ μόνο όταν υπάρχει ανάκλαση φωτός από ένα αντικείμενο σε ποσοστό 18%
απο το συνολικό φως που πέφτει πάνω στο αντικείμενο, το φωτόμετρο θα μας
έδινε σωστές ενδείξεις, υπολογίζοντας με ακρίβεια το ΥΠΑΡΧΟΝ φως.
2/ εδώ πρέπει να αναφέρουμε τη ΓΚΡΙΖΑ ΚΑΡΤΑ, το βασικό εργαλείο για
φωτομέτρηση που είναι κατασκευασμένη έτσι που να ανακλά το 18% ακριβώς από
το συνολικό προσπίπτον φως. Φωτομετρώντας επομένως με τη ΓΚΡΙΖΑ ΚΑΡΤΑ,
παίρνουμε από το φωτόμετρό μας σωστές ενδείξεις, γιατί υπολογίζει με ακρίβεια
το ΥΠΑΡΧΟΝ φως (αυτό δηλαδή που ανακλάται).
3/ αν εκθέτουμε το φιλμ με βάση την ένδειξη του φωτομέτρου μας με τη χρήση
ΓΚΡΙΖΑΣ ΚΑΡΤΑΣ, παίρνουμε ένα μέσο γκρίζο τόνο που αντιστοιχεί σε γκρίζο
τόνο από τον οποίο ανακλάται το 18% από το συνολικό φως που πέφτει. Αυτός ο
τόνος θεωρείται το ΜΕΣΟ ΓΚΡΙΖΟ με 18% ανάκλαση φωτός ή ΤΟΝΙΚΗ ΑΞΙΑ V,
οπότε λέμε ότι εκθέτουμε το φιλμ για μέσο γκρίζο ή αλλιώς εκθέτουμε για ΖΩΝΗ V.
2. ΒΑΘΜΟΣ ΑΝΑΚΛΑΣΕΩΝ
Αν όλα τα αντικείμενα, που βρίσκονται γύρω μας ανακλούσαν το 18% από το
προσπίπτον σ’ αυτά φως, θα είχαμε πάντοτε σωστές ενδείξεις από τα φωτόμετρα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν φωτομετράμε αντικείμενα με διαφορετικό βαθμό
ανακλάσεως.
Π.χ. μια λευκή επιφάνεια ανακλά το 90% απο το προσπίπτον σ’ αυτή φως, (γι
αυτό τη βλέπουμε και λευκή) και απορροφά μόνο το 10%, ενώ μια μαύρη
επιφάνεια ανακλά το 4-5% και απορροφά το υπόλοιπο (γι αυτό και τη βλέπουμε
μαύρη).
Προσθήκη – [ Όταν, λοιπόν, το φωτόμετρό μας μετράει το ανακλώμενο φως
από μια λευκή-φωτεινή επιφάνεια -επειδή δεν μπορεί να σκεφτεί- υπολογίζει
λάθος το ΥΠΑΡΧΟΝ φως θεωρώντας ότι αυτό που βλέπει είναι το 18% του
συνολικού φωτός που πέφτει στο αντικείμενο. Έτσι π.χ. όταν φωτογραφίζουμε μια
επιφάνεια φτιαγμένη από κατάλευκο μάρμαρο, το φωτόμετρο το υπολογίζει ως
εξής: Θεωρεί ότι το φως που ανακλάται είναι το 18% του συνολικού φωτός, (ενώ
στην πραγματικότητα είναι το 90% του συνολικού φωτός) και θεωρεί ότι το φως
στη φύση εκείνη την ώρα είναι πενταπλάσιο περίπου δηλ. ουσιαστικά 90χ5. Η
ένδειξη, λοιπόν που θα δώσει, θα είναι ένδειξη που αντιστοιχεί σε 4-5 φορές
περισσότερο φως, από αυτό που ΥΠΑΡΧΕΙ πραγματικά την ώρα εκείνη που
φωτογραφίζουμε και θα είναι λάθος. Αν ακολουθήσουμε τις ενδέιξεις του
φωτόμετρού μας τότε θα επιτρέψουμε να περάσει στη μηχανή και να εγγραφεί
στο φιλμ 4φορες λιγότερο φως απ' αυτό που κανονικά θα' πρεπε να ΄χει
περάσει γιατί οι ρυθμίσεις που θα ΄χουμε βάλει θα ΄ναι τέτοιες που θα αντιστοιχούν
σε περισσότερο φως απ αυτό που πραγματικά υπάρχει. Εμείς όμως που ξέρουμε
ότι το φως που ανακλάται από την άσπρη επιφάνεια είναι το 90% και όχι το 18%
πρέπει να επιτρέψουμε να περάσει 4 φορές περισσότερο φως στη μηχανή μας και
να εκφωτίσει το φιλμ απ' ότι δίνει το φωτόμετρό μας, για να καλύψουμε την
διαφορά. Αυτό μεταφράζεται σε α/ ή με δύο διαφράγματα πιο ανοικτά από το
διάφραγμα που μας δίνει το φωτόμετρο β/ ή με δύο ταχύτητες πιο αργές απ'
αυτές που επιλέγει το φωτόμετρο γ/ ή με ένα διάφραγμα πιο ανοικτό και μια
ταχύτητα πιο αργή. Γενικά δηλαδή ανοίγουμε δύο stop.
Παράδειγμα: Αν με βάση το υπάρχον φως σε μια υπό φωτογράφιση περιοχή
μια συγκεκριμένη ώρα της ημέρας η Γκρίζα Κάρτα μας έδινε f/ 5,6 (διάφραγμα 5,6)
και t/ 1/125 (ταχύτητα 125), αν φωτομετρήσουμε μια λευκή επιφάνεια σε εκείνο το
μέρος την ίδια ώρα, το φωτόμετρο θα μας δώσει ή f/11 και t/ 1/125 ή f/5,6 και t/
1/500, λόγω της μεγάλης ανακλαστικότητας της λευκής επιφάνειας, γιατί θεωρεί ότι
υπάρχει περισσότερο φως με αποτέλεσμα να περάσει στη μηχανή και να εγγραφεί
στο φιλμ 4-φορές λιγότερη ποσότητα φωτισμού απ όση θα 'πρεπε. Τότε για να
διορθώσουμε τη λήψη πρέπει να ρυθμίσουμε τη μηχανή με τέτοιον τρόπο έτσι
ώστε η φωτογράφιση να γίνει ανοίγοντας δύο stop, σύμφωνα με τη Γκρίζα κάρτα,
επιτρέποντας να περάσει στη μηχανή 4-φορές περισσότερο φως.
Το ακριβώς αντίθετο λάθος κάνει το φωτόμετρο στις μαύρες και γενικότερα
σκούρες επιφάνειες. Υπολογίζει ότι το ΥΠΑΡΧΟΝ φως είναι 4-5 φορές λιγότερο
από αυτό που υπάρχει πραγματικά στη φύση τη συγκεκριμένη ώρα που
φωτογραφίζουμε και μας δίνει ενδείξεις για λιγότερο φως απ' αυτό που υπάρχει
πραγματικά στη φύση εκείνη την ώρα, με αποτέλεσμα αν ακολουθούμε τις
ενδείξεις του φωτόμετρου να εισάγουμε στη μηχανή για να εγγραφεί στο φιλμ 4-
φορές περισσότερο φως απ' αυτό που κανονικά θα 'πρεπε να 'χει περάσει. Για να
τροποποιήσουμε τη λήψη στις σωστές ρυθμίσεις πρέπει, αντίθετα με αυτό που
κάναμε στις φωτεινές επιφάνειες, να επιτρέψουμε να περάσει στη μηχανή μας και
να εγγραφεί στο φιλμ 4 φορές λιγότερο φως. Δηλ να κλείσουμε δύο stop.
Παράδειγμα: Αν με βάση το υπάρχον φως σε μια υπό φωτογράφιση περιοχή
μια συγκεκριμένη ώρα της ημέρας η Γκρίζα Κάρτα μας έδινε f/ 5,6 (διάφραγμα 5,6)
και t/ 1/125 (ταχύτητα 125), αν φωτομετρήσουμε μια μαύρη επιφάνεια σε εκείνο το
μέρος την ίδια ώρα, το φωτόμετρο θα μας δώσει ή f/2,8 και t/ 1/125 ή f/5,6 και t/
1/30, λόγω της μικρής ανακλαστικότητας της μαύρης επιφάνειας, γιατί θεωρεί ότι
υπάρχει λιγότερο φως με αποτέλεσμα να περάσει στη μηχανή και να εγγραφεί στο
φιλμ 4-φορές περισσότερη ποσότητα φωτισμού απ όση θα 'πρεπε. Τότε για να
διορθώσουμε τη λήψη πρέπει να ρυθμίσουμε τη μηχανή με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε
η φωτογράφιση να γίνει κλείνοντας δύο stop, σύμφωνα με τη Γκρίζα Κάρτα,
επιτρέποντας να περάσει στη μηχανή 4-φορές λιγότερο φως.]
Άλο παράδειγμα: Θεωρώντας ως 100 Lux το φως που Υπάρχει στη φύση
σε μια συγκεκριμένη ώρα…
Στις λευκές επιφάνειες, το φωτόμετρό μας κάνει τον υπολογισμό:
Ανακλώμενο φως επί 100/18 = 90 Lux επί 5,55φορές = 500 Lux δηλ βρίσκει το
φως πέντε φορές περισσότερο φως από το Υπάρχον. Επειδη όμως το
Υπάρχον φως είναι στην πραγματικότητα λιγότερο δηλ (100 Lux), για να μην
υποφωτιστεί το φιλμ αν φωτογραφίσουμε με τα δεδομένα του φωτόμετρου τα
οποία ανταποκρίνονται σε 500 Lux φως, θα δώσουμε περισσότερο φως στη
μηχανή μας κατά δύο stop από αυτό που μας δίνει το φωτόμετρο.
ΣΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΕΣ ΑΝΟΙΓΟΥΜΕ ΠΑΝΤΑ 2 STOP
Στις μαύρες αντίθετα επιφάνειες, το φωτόμετρό μας κάνει τον υπολογισμό:
Ανακλώμενο φως επί 100/18 = 4,5 Lux επί 5,55 = 25 Lux δηλ. 5 φορές
λιγότερο φως από το Υπάρχον. Επειδή όμως το Υπάρχον φως είναι
περισσότερο δηλ (100 Lux), για να μην υπερφωτιστεί το φιλμ αν
φωτογραφίσουμε με τα δεδομένα του φωτόμετρου τα οποία ανταποκρίνονται σε 25
Lux φως, θα πρέπει να δώσουμε 4 φορές λιγότερο φως στη μηχανή μας.
ΣΤΙΣ ΜΑΥΡΕΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΕΣ ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ ΠΑΝΤΑ 2 STOP
Προσθήκη – [ Σε μια επιφάνεια με κανονική ανακλαστικότητα, το
φωτόμετρό μας κάνει τον υπολογισμό: Ανακλώμενο φως επί 100/18 = 18 Lux
επί 5,55 = 99,9 δηλ 100 Lux, άρα η ένδειξη του φωτόμετρου ταυτίζεται με το
Υπάρχον φως, επομένως φωτογραφίζουμε σύμφωνα με τις ενδείξεις του
φωτόμετρου.
ΣΕ ΕΠΙΦΑΝΕΙΕΣ ΜΕ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΝΑΚΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΤΙΣ
ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΜΕΤΡΟΥ
( αυτές μπορεί να είναι: το γρασίδι, το χώμα, επιφάνειες που να μην γυαλίζουν
και να έχουν χρώμα που να ξέρουμε ότι αντιστοιχεί ασπρόμαυρα σε τόνους που
πλησιάζουν τον τόνο της Γκρίζας Κάρτας )
Σημείωση: Ένα φωτόμετρο υπολογίζει την ένταση του φωτός (δηλ. τα Lux) και
τα "μεταφράζει" σε ταχύτητες και διαφράγματα.]
3. ΒΑΘΜΟΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ (ΚΟΝΤΡΑΣΤ)
Εκτός από την περιορισμένη αντίληψη των φωτομέτρων, βασικό πρόβλημα
είναι το μικρό εύρος ανοχής των φιλμς και των φωτογραφικών χαρτιών.
Στην φύση υπάρχουν θέματα τα οποία παρουσιάζουν διαφορά μεταξύ των
φωτεινών και των σκοτεινών σημείων που φθάνει μέχρι και τα δέκα στοπ, πχ
τοπίο με έντονο ήλιο. Ένα χαρτί όμως γυαλιστερής επιφάνειας, έγχρωμο, μπορεί
να αποδόσει διαφορές μέχρι και έξι στοπ, ενώ το ασπρόμαυρο μέχρι και πέντε
στοπ, με περιορισμένες λεπτομέρειες μπορεί να φτάσει το πολύ μέχρι τα εφτά
στοπ. Επιβάλλεται επομένως να συμπιέσουμε τους τόνους της πραγματικότητας,
ώστε να χωρέσουν στο εύρος των φωτοευαίσθητων υλικών. Έτσι σε μια περιοχή
που θέλουμε να φωτογραφίσουμε, αν διαφορά των φωτεινών από τα σκοτεινά
σημεία φτάνει μέχρι τα τέσσερα με πέντε στοπ, δεν έχουμε πρόβλημα γιατι θα
ξέρουμε ότι θα τυπωθούν όλοι οι τόνοι στο φωτογραφικό χαρτί, αν
φωτογραφίσουμε με το μέσο όρο και εμφανίσουμε το φιλμ στο χρόνο που δίνει ο
κατασκευαστής του. Αν όμως η διαφορά φτάνει μέχρι και τα εφτά με οκτώ στοπ,
τότε θα πρέπει να θυσιάσουμε δύο έως τρεις τόνους του θέματος και να τυπωθούν
σαν απόλυτο μαύρο ή άσπρο. Πρέπει δηλαδή να φτιάξουμε στο μυαλό μας την
φωτογραφία όπως θα τυπωθεί πρωτού καν φωτογραφίσουμε. Κάνουμε δηλ. στο
μυαλό μας μια ΠΡΟΑΠΕΙΚΟΝΗΣΗ του θέματος.
Ο βαθμός αντιθέσεων (κοντράστ), ελέγχεται κυρίως κατά την διαδικασία
εμφάνισης του φιλμ. Γενικά, αν διαπιστώσουμε διαφορές μεγαλύτερες από πέντε
στοπ μπορούμε να εμφανίσουμε το φιλμ σε λιγότερο χρόνο από το χρόνο που
δίνει ο κατασκευαστής για να φέρουμε σε ισορροπία την τονική κλίμακα στο χαρτί
ενώ αν διαπιστώσουμε διαφορές μικρότερες από πέντε στοπ, εμφανίζουμε το φιλμ
για περισσότερο χρόνο.
Για να είμαστε πιο ακριβείς στον έλεγχο της όλης διαδικασίας αν διαπιστώσουμε
διαφορά από τα φωτεινά και στα σκιερά σημεία του χώρου που θέλουμε να
φωτογραφίσουμε κατά έξι στοπ, μπορούμε να αλλάξουμε την ονομαστική
ευαισθησία του φιλμ, από τα 100 ASA στα 50 ASA. Να τραβήξουμε δηλ. όλο το
φιλμ με ΔΕΙΚΤΗ ΕΚΦΩΤΙΣΕΩΣ 50 ASA. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα το φιλμ να
δεχτεί κατά ένα στοπ περισσότερο φως και τα σκιερά σημεία να αποτυπωθούν με
καλύτερη ευκρίνεια. Για να περισώσουμε όμως τα φωτεινά σημεία, τα οποία θα
μαύριζαν πολύ στο αρνητικό αν εμφανίζαμε για 100 ASA και θα τυπώνονταν
τελείως λευκά, περικόπτουμε το χρόνο εμφάνισης κατά 20% περίπου. Πιο
συγκεκριμένα αν έχουμε ένα φιλμ ονομαστικής ευαισθησίας 100 ASA με χρόνο
εμφάνισης 10 λεπτά με συγκεκριμένο εμφανιστή, τότε το “τραβάμε” όλο στα 50
ASA και το εμφανίζουμε για οκτώ λεπτά. Έτσι προσπαθούμε να πετύχουμε μια
φωτογραφία που όταν τυπωθεί θα έχει υφή και λεπτομέρεια στα σκιερά και στα
φωτεινά της σημεία. ( Η διαδικασία αυτή λέγεται pulling).
Το αντίθετο κάνουμε όταν η διαφορά των φωτεινών από τα σκιερά σημεία είναι
χαμηλή δηλ γύρω στα τέσσερα στοπ. Τότε αλλάζουμε την ονομαστική ευαισθησία
του φιλμ από τα 100 ASA στα 200 ASA. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να
υποφωτιστεί το αρνητικό και επομένως θα χρειαστεί να αυξήσουμε το χρόνο
εμφάνισης κατά 30% περίπου. Με αυτόν τον τρόπο πετυχαίνουμε να
μεγαλώσουμε την αντίθεση στα πέντε στοπ σε μια φωτογραφία, που αν
φωτογραφίζαμε και εμφανίζαμε κανονικά θα είχαμε χαμηλή αντίθεση δηλ όχι καλά
μαύρα.
Αν οι διαφορές στα φωτεινά από τα σκιερά είναι μεγαλύτερες από ένα στοπ, θα
υπερ ή υπο – εκθέσουμε το φιλμ κατά δύο στοπ και θα υπο ή υπερ – εμφανίσουμε
το αρνητικό κατά 40% ή 70% αντίστοιχα.
Όλα αυτά είναι γενικές αρχές ελέγχου της τονικότητας και της αντίθεσης της
φωτογραφίας κατά την εκτύπωση με βάση τον έλεγχο του αρνητικού κατά την
έκθεση και την εμφάνισή του και μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα και να
εφαρμόσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια το ΖΩΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ.
Β. ΟΙ ΖΩΝΕΣ
Βλέποντας μια καλοτυπωμένη φωτογραφία με μεγάλη γκάμα τόνων,
παρατηρούμε μέρη της τελείως λευκά ή τελείως μαύρα με όλες τις ενδιάμεσες
διαβαθμίσεις, μέρη γκρίζα, γκριζο-μαύρα, γκριζο-λευκά, τόνους δηλ. που ξεκινούν
από το μέσο γκρίζο και τείνουν σταδιακά προς το απόλυτο μαύρο ή το απόλυτο
λευκό.
Όλους αυτούς τους τόνους ο μεγάλος Αμερικανός φωτογράφος ANSEL ADAMS
– διάσημος για τις φωτογραφίες φυσικού τοπίου από την δυτική ενδοχώρα των
ΗΠΑ -, χώρισε σε έντεκα ΒΑΣΙΚΕΣ ΖΩΝΕΣ, που η κάθε μια αποδίδει ένα μέρος
του τονικού φάσματος, συμβολίζοντάς τες με λατινικούς αριθμούς από το Ο μέχρι
και το Χ περιγράφοντάς τες ως εξής:
ο: Το απόλυτο μαύρο, το καλύτερο μαύρο που μπορεί να απόδώσει μια
φωτοευαίσθητη επίστρωση χαρτιού. Στο εμφανισμένο αρνητικό, είναι η πυκνότητα
της καθαρής βάσης, το μέρος ενδιάμεσα και πάνω – κάτω από τα καρέ που δεν
έχει φωτιστεί καθόλου.
i: Μαύρο, λίγο διαφορετικό από τη ζώνη Ο. Δεν υπάρχει ίχνος υφής.
ii: Πολύ σκούρος τόνος, λίγο διαφορετικός από τη ζώνη i, με ελάχιστη υφή.
iii: Σκούρος τόνος με υφή και λεπτομέρεια πχ σκιές, σκούρα αντικείμενα, μαλλιά
κτλπ
iv: Γκρίζος τόνος με όλες τις λεπτομέρειες των αντικειμένων.
v: Το Μέσο Γκρίζο, αποδίδεται από όλα τα φωτόμετρα, φωτομετρώντας με τη
Γκρίζα Κάρτα ή σε αντίστοιχες επιφάνειες με 18% ανακλαστικότητα.
vi: Γκρίζος ανοιχτός τόνος με όλες τις λεπτομέρειες του αντικειμένου.
vii: Λευκός τόνος με πλήρη υφή και λεπτομέρεια.
viii: Πολύ λευκός τόνος με ελάχιστη υφή και λεπτομέρεια
ix: Λευκά, λίγο διαφορετικά από τη ζώνη Χ, χωρίς ίχνος υφής.
x: Το καθαρό λευκό του χαρτιού. Διαφέρει από χαρτί σε χαρτί.
Κάθε σημείο λοιπόν μιας φωτογραφίας μπορεί να τοποθετηθεί σε μια από τις
11 βασικές ζώνες ή στα ενδιάμεσά τους.
Εκτός από την οφθαλμοφανή διαφοροποίηση μεταξύ τους, οι ζώνες
διαφοροποιούνται και ποιοτικά, σύμφωνα με τη δυνατότητά τους να μας δίνουν
υφή και λεπτομέρεια. Έτσι οι ζώνες o, i, ix, και x που βρίσκονται στα άκρα της
κλίμακας δεν συγκρατούν την υφή του θέματος, οι ζώνες ii και viii, ελάχιστα ίχνη
υφής και οι ζώνες iii, iv, v, vi και vii είναι αυτές που αποδίδουν το θέμα με
πλήρη υφή και λεπτομέρεια και λέγονται ΚΛΙΜΑΚΑ ΠΛΗΡΟΥΣ ΥΦΗΣ.
Στόχος μας είναι, όλα τα αντικείμενα του χώρου που μας ενδιαφέρουν σε μια
υπό φωτογράφιση περιοχή να τα εντάξουμε στην Κλίμακα Πλήρους Υφής.
Για το πως παραδίδονται οι Ζώνες, υπενθυμίζουμε το βασικό, ότι κάθε
φωτισμένη επιφάνεια το φωτόμετρό μας την αποδίδει στη ζώνη v. Κλείνοντας
ένα στοπ, κατεβαίνουμε μια ζώνη, ενώ ανοίγοντας ένα στοπ, ανεβαίνουμε
μια Ζώνη.
Έτσι μπορούμε να εκθέσουμε κατά βούληση, για οποιαδήποτε Ζώνη. πχ Αν
θέλω Ζώνη iii κλείνω δύο στοπ, ενώ αν θέλω Ζώνη vii, ανοίγω δύο στοπ.
Γ. ΠΡΟΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ
Ο όρος χρησιμοποιήοηκε από τον ANSEL ADAMS για να περιγράψει τη
νοητική διαδικασία, με την οποία παρατηρώντας το θέμα που μας ενδιαφέρει,
προσπαθούμε να το φανταστούμε σαν τελειωμένη φωτογραφία προβλέποντας
δηλαδή, πως θα καταγραφούνε τα βασικά της στοιχεία της στοιχεία καθώς και τα
δευτερεύοντα, που παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην ισορροπία της και στο
αισθητικό αποτέλεσμα. Έτσι απομένουν οι απαραίτητες ενέργειες ώστε αυτό που
εμείς φανταστήκαμε να γίνει πραγματικότητα.
Παράδειγμα: Αν θέλουμε να κάνουμε το πορτραίτο μιας γυναίκας με λευκό
δέρμα, καστανά μαλλιά, κόκκινα χείλη, μαύρο πουκάμισο και με κοντινό φόντο ένα
λευκό εκκλησάκι των Κυκλάδων, πρέπει να φανταστούμε τελειωμένο το πορτραίτο,
όπως θα ‘βγαινε τυπωμένο στο χαρτί από την λεκάνη των χημικών, κάνοντας
μερικές εκτιμήσεις – υποκειμενικές βέβαια – που θα καθορίσουν και την τελική
φωτογραφία.
1/ Το πουκάμισο θα είναι το πιο σκούρο αντικείμενο στη φωτογραφία. Θα πρέπει
να διαγράφονται καθαρά οι πτυχές του υφάσματος με όλους τους λεπτούς
μετατονισμούς, που αποκαλύπτουν το χαραχτήρα του ρούχου, ώστε να μην είναι
μια ισόπεδη επιφάνεια.
2/ Τα μαλλιά θα είναι σκούρα ανοιχτά. Θα πρέπει να κρατήσουν την υφή τους.
3/ Το δέρμα του προσώπου θα πρέπει να είναι λευκό, όχι τόσο όμως, ώστε να
μοιάζει “καμένο”.
4/ Τα χείλη θα είναι πιο σκούρα από το πρόσωπο, αλλά πιο ανοιχτά από τα μάτια.
5/ Ο λευκός τοίχος από το μικρό εκκλησάκι θα είναι λευκός, λαμπερός μα κάποια
τονικότητα τουλάχιστον στους αρμούς και ελάχιστη υφή.
Αυτές οι εκτιμήσεις είναι αυθαίρετες και προσωπικές. Κάποιος άλλος ή και
εμείς κάποια άλλη στιγμή μπορεί να προτιμάμε, στο σύνολο ή σε επιμέρους
τμήματα, αποτελέσματα που εμείς προσπαθήσαμε να αποφύγουμε.
Η δική μας προαπεικόνιση, με τις δικές μας ενέργειες θα μας οδηγήσει στο δικό
μας αποτέλεσμα.
1. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΣΚOΤΕΙΝΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ
Για να χρησιμοπιήσουμε αποτελεσματικά το Ζωνικό Σύστημα, πρέπει να
αποκτήσουμε μια ευχέρεια στη προαπεικόνηση, μέσα από συστηματική
προσπάθεια. Για τα μαύρα σημεία του θέματος, πρέπει να εκτιμήσουμε πόσο
μαύρα είναι στην πραγματικότητα. Γενικά πολλά αντικείμενα που τα θεωρούμε
μαύρα από φωτογραφική άποψη.
Μαύρα ρούχα, καπέλα, μαλλιά κλπ, φωτογραφημένα, πρέπει να διατηρήσουν
την υφή τους και τις απειροελάχιστες γυαλάδες τους. Διαφορετικά δεν θα φαίνονται
όπως την πραγματικότητα και στην τελική φωτογραφία γίνονται αδιάφορα σημεία,
που επιτρέπουν στο μα΄τι να τα αγνοήσει. Έτσι ένα μαύρο παλτό θα πρέπει να
αποδοθεί – κυρίως – από τη Ζώνη iii, που είναι μαύρη και παρέχει καλή υφή, με
λογικό επακόλουθο τα μέρη του παλτού που φωτίζονται λιγότερο, να αποδωθούν
στη Ζώνη ii, και μερικά ίσως στη Ζώνη i. Οι γυαλάδες στις πτυχές, θα αποδοθούν
στις Ζώνες iv και v και το παλτό μας θα είναι φωτογραφικά ζωντανό.
2. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΦΩΤΕΙΝΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ
Ένα άσπρο αντικείμενο πρέπει και να φαίνεται άσπρο. Ας φέρουμε ως
παράδειγμα ένα αυγό. Πρέπει να είναι άσπρο, αλλά να κρατάει την υφή του και το
σχήμα του, πρέπει δηλ. να αποδωθεί στη Zώνη vii το κέντρο, με σταδιακή
μετάπτωση των τόνων μέχρι και τη Ζώνη vi, στα σημεία προς την επιφάνεια,
πάνω στην οποία στηρίζεται. Αν δίπλα στο αυγό τοποθετήσουμε ένα γυαλιστερό
μεταλικό αντικείμενο πχ ένα πιρούνι, πρέπει η γυαλάδα του μετάλου να είναι το
φωτεινότερο σημείο στη φωτογραφία – στηΖώνη ix αντί στην viii. Εδώ πρέπει να
προσέξουμε να έχουμε κάποιες τονικές διαφορές μεταξύ των δύο αντικειμένων,
ώστε να δίνεται η σωστή αίσθηση της διαφοράς τους.
3. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝ ΤΟΝΩΝ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ
Η ασπρόμαυρη τονική κλίμακα έχει ένα σημείο αναφοράς, το Μέσο Γκρίζο
Τόνο, το ΓΚΡΙΖΟ 18% της Κάρτας που προαναφέραμε. Με βάση αυτό το μέσο
γκρίζο και κοντά σε αυτό προσπαθούμε να αποδώσουμε τα ενδιάμεσα από τα
άσπρα και τα μαύρα μέρη της φωτογραφίας. Με σωστή χρήση και εκμετάλευση
του φωτισμού, προαπεικονίζοντας δημιουργικά το θέμα μας, με μεθοδικότητα στην
εκτέλεση και με προσοχή γεμάτη θέρμη και πίστη στις εκφραστικές δυνατότητες
της φωτογραφίας, μπορούμε να δώσουμε τον “δικό” μας τόνο στα πράγματα.
Δ. ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ
Με το Ζωνικό Σύστημα και την υποκειμενική “τοποθέτηση” των πραγματικών
τόνων σε ζώνες, μας δίνεται η δυνατότητα να “τοποθετούμε” τα αντικείμενα με
μεγάλη ακρίβεια στη ζώνη της επιθυμίας μας. Βασικός στόχος είναι η
“τοποθέτηση” των αντικειμένων στην ΚΛΙΜΑΚΑ ΠΛΗΡΟΥΣ ΥΦΗΣ, στις ζώνες
δηλαδή iii, iv, v, vi και vii, στόχος που επιτυγχάνεται με συνδιασμένες ενέργειες
κατά τη λήψη και την εμφάνιση του αρνητικού. Αυτό που καθορίζει τις ενέργειές
μας είναι ο βαθμός των αντιθέσεων (contrast) ανάμεσα στα φωτεινά και τα σκιερά
τμήματα του θέματός μας.
Περίπτωση Πρώτη: ( Διαφορά φωτεινών και σκιερών σημείων του θέματος
κατά 4 – stop)
α/ Φωτομετρούμε το σκιερότερο ενδιαφέρον σημείο του θέματος που
θέλουμε να αποδωθεί στη Ζώνη iii. Έστω ότι παίρνουμε ένδειξη του φωτόμετρου
f:2 & t:1/60. Αυτή η ένδειξη ως γνωστό αντιστοιχεί σε μαύρο Ζώνης v . Κλείνοντας
το διάφραγμα δύο stop δηλ. f:4 & t:1/60, παίρνουμε το αντικείμενο στη ζώνη iii του
που ήταν ο στόχος μας.
β/ Φωτομετρούμε το φωτεινότερο σημείο του θέματος που θέλουμε δτη
Ζώνη vii και έστω ότι παίρνουμε την ένδειξη του φωτόμετρου f:8 & t:1/60 που
αντιστοιχεί σε λευκό, Ζώνης v. Ανοίγοντας το διάφραγμα δύο stop δηλ f:4 & t:1/60,
παίρνουμε το αντικείμενο στη ζώνη vii και δεν χρειάζεται καμμιά παρέμβαση κατά
την εμφάνιση του αρνητικού. (Εμφανίζουμε δηλ. κανονικά – Νormal)
Εδώ βλέπουμε ότι οι ενδείξεις για λήψη για τις Ζώνες iii και vii ταυτίζονται
(κανονικό κοντράστ), άρα φωτογραφίζουμε με f:4 & t:1/60 και εμφανίζουμε
κανονικά το Φιλμ.
Αρα: ΟΤΑΝ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΦΩΤΕΙΝΩΝ ΚΑΙ ΣΚΙΕΡΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ ΤΟΥ
ΘΕΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ 4 STOP, ΕΚΘΕΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΖΩΝΗ III ΚΑΙ ΕΜΦΑΝΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΝΟΝΙΚΑ (Ν)
Περίπτωση Δεύτερη: ( Διαφορά 5-stop )
Έστω ότι η ένδειξη στα σκιερά σημεία είναι f:2 & t:1/60 (μαύρο Ζώνης V) και για
τα φωτεινά f:11 & t:1/60. Δηλ. διαφορά 5 – stop.
Αν κλείσουμε δύο stop για να πάρουμε τη Ζώνη iii για τα σκιερά του
αντικειμένου που φωτογραφίζουμε, τότε θα έχουμε f:4 & t:1/60. Αν ανοίξουμε δύο
stop για να πάρουμε τη σωστή ένδειξη για τα φωτεινά του αντικειμένου που
φωτογραφίζουμε τότε θα έχουμε f:5,6 & t:1/60.
Εδώ βλέπουμε ότι οι ενδείξεις για Ζώνες iii & vii διαφέρουν κατά ένα stop.
Η λήψη τότε πρέπει να γίνει με βάση τις ενδείξεις για Ζώνη iii δηλ. f:4 & t:1/60,
αλλά τότε η φωτεινή Ζώνη , αντί του επιθυμιτού Ζώνη vii θα έχουμε λευκό Ζώνης
viii (υψηλό κντράστ), αν εμφανίζαμε το φιλμ κανονικά. Για να πάρουμε λευκό
Ζώνης vii, πρέπει να υποεμφανίσουμε το αρνητικό κατά ένα stop, δηλ. να
μειώσουμε τον κανονικό χρόνο εμφάνισης κατά 20%. ( Όπως ξέρουμε μικρή
αλλαγή στο χρόνο εμφάνισης υπό ή υπερ, δεν επιρρεάζει τα σκιερά μέρη ).
Άρα: ΟΤΑΝ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΦΩΤΕΙΝΩΝ ΚΑΙ ΣΚΙΕΡΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ
ΕΙΝΑΙ 5-STOP, ΕΚΘΕΤΟΥΜΕ ΤΑ ΣΚΙΕΡΑ ΓΙΑ ΖΩΝΗ III ΚΑΙ
ΥΠΟΕΜΦΑΝΙΖΟΥΜΕ ΚΑΤΑ 1 STOP ( N-1)
Περίπτωση Τρίτη: ( Διαφορά 6-stop )
Έστω ότι η ένδειξη για τα σκιερά είναι f:2 & t:1/60 (Μαύρη Ζώνη V) και για τα
φωτεινά f:16 & t:1/60 (Λευκή Ζώνη V). Διαφορά έξι stop.
Αν κλεισουμε δύο stop από τα σκιερά για Ζώνη iii, θα έχουμε f:4 & t:1/60 για
Ζώνη iii στα σκιερά.
Αν ανοίξουμε δύο stop για να πάρουμε Ζώνη vii στα φωτεινά θα ‘χουμε f:8 &
t:1/60.
Εδώ όμως βλέπουμε ότι η λήψη για τα σκιερά διαφέρει της λήψης για τα
φωτεινά κατά δύο stop.
Άρα η λήψη πρέπει να γίνει με βάση τα στοιχεία της λήψης για Ζώνη iii στα
σκιερά, αλλά τότε θα ‘χουμε Λευκή Ζώνη ix (πολύ υψηλό κοντράστ), αν
εμφανίσουμε το φιλμ κανονικά.
Για να πάρουμε Λευκή Ζώνη VII, πρέπει να εκθέσουμε το φίλμ για Ζώνη iii (f:4
& t:1/60) και να το υποεμφανίσουμε κατά δύο stop, να μειώσουμε δηλ. το χρόνο
εμφάνισης κατά 40%.
Άρα: ΟΤΑΝ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΦΩΤΕΙΝΩΝ ΚΑΙ ΣΚΙΕΡΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ ΤΟΥ
ΘΕΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ 6 STOP, ΕΚΘΕΤΟΥΜΕ ΤΑ ΣΚΙΕΡΑ ΣΗΜΕΙΑ ΓΙΑ ΖΩΝΗ ΙΙΙ ΚΑΙ
ΥΠΟΕΜΦΑΝΙΖΟΥΜΕ ΚΑΤΑ ΔΥΟ STOP (N-2).
Περίπτωση Τέταρτη: ( Διαφορά 3-stop )
Έστω ότι η ένδειξη για τα σκιερά σημεία είναι f:2 & t:1/60 ( Μαύρη Ζώνη V )
και για τα φωτεινά f:5,6 & t:1/60 (Λευκή Ζώνη V). Διαφορά 3 – stop.
Αν κλείναμε δύο stop για να πάρουμε Ζώνη III στα σκιερά θα είχαμε f:4 & t:1/60,
αλλά αν ανοίγαμε δύο stop για τα φωτεινά, θα είχαμε f:2,8 & t:1/60. Εδώ η διαφορά
μεταξύ σκιερών και φωτεινών σημείων είναι ένα stop με την έκθεση για τα φωτεινά
να λειτουργεί σε βάρος της έκθεσης για τα σκιερά.
Στην περίπτωση αυτή αν εκθέταμε για Ζώνη III δηλ αν εκθέταμε με f:4 & t:1/60
και εμφανίζαμε κανονικά θα παίρναμε σκιερά Ζώνης ΙΙΙ και φωτεινά Ζώνης VI
(χαμηλό κοντράστ), αντί της επιθυμητής Ζώνης VII.
Για πάρουμε λευκή Ζώνη VII, θα πρέπει να εκθέσουμε για ζώνη III (f:4 & t:1/60)
και να υπερεμφανίσουμε το φιλμ κατά 1 stop, να αυξήσουμε δηλ. το χρόνο
εμφάνισης κατά 30%.
Άρα: ΟΤΑΝ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΦΩΤΕΙΝΩΝ ΚΑΙ ΣΚΙΕΡΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ
ΕΙΝΑΙ 3 STOP, ΕΚΘΕΤΟΥΜΕ ΤΑ ΣΚΙΕΡΑ ΣΗΜΕΙΑ ΓΙΑ ΖΩΝΗ ΙΙΙ ΚΑΙ
ΥΠΕΡΕΜΦΑΝΙΖΟΥΜΕ ΤΟ ΦΙΛΜ ΚΑΤΑ 1 STOP (N+1).
Περίπτωση Πέμτη: ( Διαφορά 2-stop )
Έστω ότι η ένδειξη για τα σκιερά σημεία είναι f:2 & t:1/60 (Μαύρη Ζώνη V)
και τα φωτεινά f:4 & t:1/60 (Λευκή Ζώνη V). Συντομεύοντας, έχουμε διαφορά δύο
stop.
Η λήψη πρέπει να γίνει εκθέτοντας για Μαύρη Ζώνη III δηλ. ( f:4 & t:1/60 ),
κλείνοντας δηλ. δύο stop από την ένδειξη για Μαύρη Ζώνη V, αλλά τότε θα έχουμε
Λευκό Ζώνης V (πολύ μαλακό κοντράστ), αν εμφανίζαμε κανονικά, αντι του
επιθυμητού λευκού Ζώνης VII.
Για να πάρουμε Λευκή Ζώνη VII, θα πρέπει να υπερεμφανίσουμε το αρνητικό
δύο stop, να αυξήσουμε δηλ. το χρόνο της κανονικής εμφάνισης κατά 70%.
Άρα: ΟΤΑΝ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΦΩΤΕΙΝΩΝ ΚΑΙ ΣΚΙΕΡΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ
ΕΙΝΑΙ 2 STOP, ΕΚΘΕΤΟΥΜΕ ΤΑ ΣΚΙΕΡΑ ΣΗΜΕΙΑ ΓΙΑ ΖΩΝΗ ΙΙΙ ΚΑΙ
ΥΠΕΡΕΜΦΑΝΙΖΟΥΜΕ ΚΑΤΑ 2 STOP (N+2)
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΣΚΙΕΡΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ
ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΦΩΤΕΙΝΩΝ
ΣΗΜΕΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ.
[ Για να εφαρμόσουμε όμως το Ζωνικό Σύστημα με απόλυτη ακρίβεια θα πρέπει
να κάνουμε κάποιες δικές μας δοκιμές γύρω από τα θέματα ευαισθησίας του Φιλμ
και του χρόνου εμφάνισης του αρνητικού.]
Ε. ΤΕΣΤ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ
Η ευαισθησία που αναγράφεται πάνω στα φιλμς π.χ. 100 ASA, λέγεται
“ονομαστική” και είναι η ευαισθησία που προτείνει ο κατασκευαστής, εξετάζοντας
τις ιδιότητές του κάτω από εργαστηριακές συνθήκες. Αυτή η ευαισθησία ισχύει στο
βαθμό που εργαζόμαστε με ακρίβεια. Για να προσαρμόσουμε το φιλμ στις
προσωπικές μας ανάγκες, πρέπει να καθορίσουμε εμείς (με test), την ευαισθησία
του, καταλήγοντας στην “πραγματική ευαισθησία”, που θα ισχύει μόνο για μας που
κάναμε το test και μόνο για τα συγκεκριμένα μέσα, ( μηχανή, φακός, φωτόμετρο,
εμφανιστής ). Αυτό συμβαίνει, γιατί η πραγματική ευαισθησία εξαρτάται από την
ακρίβεια των ενδείξεων του φωτόμετρού μας, από τις προσωπικές ιδιαιτερότητες
στην φωτομέτρηση, από την ακρίβεια των ενδείξεων του φωτόμετρού μας, από τις
προσωπικές ιδιαιτερότητες στην φωτομέτρηση, από την ποιότητα του φακού μας
και τα χαραχτηριστικά του στη μετάδοση του φωτός και από τον εμφανιστή που
χρησιμοποιούμε για το φιλμ.
Για να κάνουμε το test, πρέπει να φωτογραφίσουμε μια μονόχρωμη επιφάνεια
με υφή, τοποθετώντας τη στη Ζώνη ΙΙΙ, για μια σειρά από υποθετικές ευαισθησίες.
π.χ. γεμίζουμε με 10 πόζες τη μηχανή μας. Ας πούμε ότι χρησιμοποιούμε φιλμ
100 ASA μιας συγκεκριμένης μάρκας. Τραβάμε:
την πρώτη πόζα κενή
την δεύτερη πόζα με υποθετική ευαισθησία 25 ASA
την τρίτη με υποθετική ευαισθησία 50 ASA
την τέταρτη με υποθετική ευαισθησία 75 ASA
την πέμτη με υποθετική ευαισθησία 100 ASA
την έκτη με υποθετική ευαισθησία 150 ASA
την έβδομη με υποθετική ευαισθησία 200 ASA
την όγδοη με υποθετική ευαισθησία 300 ASA
την ένατη με υποθετική ευαισθησία 400 ASA
την δέκατη κενή.
Κάθε φορά φωτομετράμε με ακρίβεια και εκθέτουμε για Ζώνη ΙΙΙ.
Σημειώνουμε όλες τις ενδείξεις για κάθε πόζα π.χ. 6η πόζα, 400 ASA, t:1/125 &
f:16.
Αφού εμφανίσουμε το φιλμ με τον εμφανιστή μας, στο χρόνο που προτείνει ο
κατασκευαστής, το τυπώνουμε εξ’ επαφής, σε χαρτί μεσαίας σκληρότητας ( δηλ.
διαβαθμισμένο 3άρι ή multigrade με φίλτρο 3 ), ως εξής:
Με δοκιμές βρίσκουμε το λιγότερο χρόνο που αποκτάται ώστε το μαύρο που
παίρνουμε στην περιοχή της κενής πόζας, να είναι το ίδιο με το μαύρο που
παίρνουμε στην περιοχή του χαρτιού που φωτίζεται κατ’ ευθείαν από τη λάμπα του
εκτυπωτή. Αφού στεγνώσει το χαρτί, αναζητάμε εκείνο το καρέ που μας έχει δώσει
τον τόνο της Ζώνης ΙΙΙ. Συμβουλευόμαστε τον πίνακα λήψεων και βλέπουμε σε
ποια ευαισθησία αντιστοιχεί το καρέ, π.χ. το καρέ που το εκθέσαμε στα 300 ASA.
Αυτή είναι η πραγματική ευαισθησία για το συγκεκριμένο συνδιασμό υλικών που
χρησιμοποιήσαμε και είναι η ευαισθησία που θα πρέπει να ρυθμίσουμε το
φωτόμετρό μας, όταν χρησιμοποιούμε αυτό το φιλμ.
Με αυτό τον τρόπο όταν εκθέτουμε για Ζώνη ΙΙΙ, είμαστε βέβαιοι για το
αποτέλεσμα.
ΣΤ. TEST ΧΡΟΝΟΥ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ
Οι χρόνοι εμφάνισης που δίνονται από τους κατασκευαστές, βασίζονται στην
προϋπόθεση ότι χρησιμοποιούμε το φιλμ, σύμφωνα με τις οδηγίες του
κατασκευαστή. Εμείς πρέπει με ένα test, να βρούμε τον ιδανικό χρόνο εμφάνισης
για τις δικές μας συνθήκες εργασίας. Σκοπός του είναι να εξασφαλίσουμε , με το
σωστό χρόνο εμφάνισης, ότι όταν εκθέτουμε γαι Ζώνη VII, παίρνουμε ακριβώς
Ζώνη VII.
Για να κάνουμε το test, χρησιμοποιούμε τον ίδιο εξοπλισμό που
χρησιμοποιήσαμε και στο προηγούμενο test. Πρέπει να φωτογραφίσουμε την ίδια
ομοιόμορφα φωτισμένη επιφάνεια, εκθέτοντας τώρα για Ζώνη VII. Τραβάμε γύρω
στα 30 καρέ ως εξής:
Ένα καρέ κενό, ένα για Ζώνη VII, κτλπ.
Έτσι θα έχουμε 15 κενές και 15 πόζες για Ζώνη VII, που θα εναλλάσονται στο
φιλμ. Κόβουμε στο σκοτεινό θάλαμο το φιλμ σε πέντε περίπου ίδια κομμάτια και τα
εμφανίζουμε ως εξής:
1. Εμφάνιση στο χρόνο του κατασκευαστή (Ν)
2. Ν+25% (Υπερεμφάνιση)
3. Ν+50%
4. Ν-25% (Υποεμφάνιση)
5. Ν-50%
Αφού κάνουμε κοντάκτ (με τον ίδιο τρόπο που κάνουμε και στο test
ευαισθησίας) και τα πέντε κομμάτια μαζί, αναζητάμε το καρέ που αποδίδει
καλύτερα τη Ζώνη VII.
Έτσι προσδιορίζουμε το χρόνο που θα εμφανίσουμε τα αρνητικά μας και θα
είμαστε βέβαιοι πως όταν εκθέτουμε για Ζώνη VII, θα παίρνουμε Ζώνη VII.
http://www.aspromavro.net

About these ads

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 980 other followers

%d bloggers like this: